Η ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ

Ο φασισμός γεννήθηκε στην Ιταλία μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Δημιουργός του ήταν ο Mussolini και η ακραία του μορφή ο ναζισμός.  Έχουν περάσει 67 χρόνια από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ακόμη προκαλεί εντύπωση πως ακολούθησαν τόσοι πολλοί άνθρωποι ένα τόσο καταστροφικό καθεστώς.

Οι μεγάλοι ψυχαναλυτές S. Freud, E. Fromm και W. Reich είναι μερικοί από τους κλασσικούς μελετητές των ψυχικών αιτιών του φασιστικού φαινόμενου.

Όταν αναφερόμαστε σε πολιτικά γεγονότα που από μόνα τους είναι πολυπαραγοντικά, και η μελέτη τους είναι πολύπλευρη. Τα ψυχολογικά κίνητρα είναι μια σοβαρή παράμετρος στην εξήγηση αυτών. Ο  E. Fromm θεωρεί ότι ο ναζισμός είναι οικονομικό και πολιτικό πρόβλημα, αλλά η εξάπλωσή του σ’ έναν ολόκληρο λαό θα πρέπει να γίνει κατανοητή πάνω σε ψυχολογική βάση.

Η μελέτη της δημοκρατίας της Βαϊμάρης είναι επίκαιρη όσο ποτέ άλλοτε, σήμερα που η σκληρή κοινωνική πραγματικότητα που βιώνει η Ελλάδα δεν έχει προηγούμενο στη μεταπολεμική της ιστορία. Η καλπάζουσα ανεργία, ο πρωτόγνωρος αριθμός αστέγων και αυτοκτονιών συνθέτουν μια πολύ σκοτεινή εικόνα. Ρατσιστικές απόψεις, βίαιες συμπεριφορές και εξτρεμιστικές δυνάμεις με νεοναζιστικά χαρακτηριστικά έκαναν την εμφάνισή τους και εισχώρησαν στην κεντρική πολιτική σκηνή από το περιθώριο που ήταν μέχρι σήμερα. Κάποιοι παρομοιάζουν την παρούσα κατάσταση σαν εκείνη της δημοκρατίας της Βαϊμάρης, όπου η μεταπολεμική Γερμανία ήταν ένα διαλυμένο κράτος. Το αδιέξοδο της πολιτικής και η ανασφάλεια οδήγησαν στην άνοδο του ναζιστικού κόμματος.

Η ναζιστική ιδεολογία έγινε δεκτή από όλα τα κοινωνικά στρώματα, σ’ αυτά όμως που έγινε δεκτή με φλογερό ενθουσιασμό ήταν τα κατώτερα στρώματα της μεσαίας αστικής τάξης, που τα αποτελούσαν μικροεπαγγελματίες, βιοτέχνες και υπάλληλοι. Η εργατική τάξη κράτησε αρνητική ή παθητική στάση, το ίδιο η φιλελεύθερη και η χριστιανική αστική τάξη.

Όπως είπε και ο E. Fromm: η ναζιστική ιδεολογία βρήκε τέτοια απήχηση στην κατώτερη μεσαία τάξη λόγω του κοινωνικού χαραχτήρα της, ο οποίος διαφέρει σημαντικά από τον κοινωνικό χαρακτήρα της εργατικής τάξης, των ανώτερων στρωμάτων της μεσαίας τάξης, αλλά και της προ του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου γερμανικής αριστοκρατίας.

Ορισμένα γνωρίσματα που χαρακτήριζαν το τμήμα αυτό της μεσαίας τάξης είναι η αγάπη και ο θαυμασμός της για τον ισχυρό, το μίσος της προς τον αδύνατο, η μικρότητα, η εχθρότητα και η τσιγγουνιά της ως προς τα αισθήματα, αλλά και ως προς το χρήμα και ουσιαστικά ο ασκητισμός της. Η προοπτική των μελών τής μεσαίας τάξης για τη ζωή ήταν περιορισμένη, υποπτεύονταν και μισούσαν τον ξένο, ήταν περίεργοι και ζηλόφθονοι απέναντι στις γνωριμίες τους, προβάλλοντας το φθόνο τους σαν ηθική αγανάκτηση. Ολόκληρη η ζωή τους στηριζόταν στην αρχή της στέρησης, οικονομικής και ψυχολογικής.

Ο φασισμός εκμεταλλεύτηκε τα στοιχεία αυτά της μεσαίας τάξης και προσπάθησε να δημιουργήσει ελπίδα αλλαγής. Οικειοποιήθηκε πολλές από τις πρακτικές και σύμβολα των σοσιαλιστικών ιδεολογιών, χρησιμοποίησε τις μορφές τού επαναστατικού κινήματος (μαζικές κινητοποιήσεις, επαναστατική ρητορεία κτλ.), που τον έκανε να μοιάζει με δήθεν επαναστατική δύναμη, όχι όμως για να ανατρέψει την κοινωνική πραγματικότητα, αλλά τελικά για να διατηρήσει την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. Μετέτρεψε τον ταξικό αγώνα σε ρατσιστικό μίσος, δαιμονοποιώντας εθνικές και κοινωνικές ομάδες. Μέσα από γενικότητες και αντιθέσεις ο φασισμός υποστήριξε τον ακτιβισμό, τη δράση (ζήσε επικίνδυνα) και τον πόλεμο. Κυρίαρχο επικοινωνιακό του εργαλείο είναι η εικόνα, η θεοποίηση του αρχηγού – μεσσία και του κόμματος. Παρ’ όλες τις στολές, τις παρελάσεις, τις λαμπαδηφορίες και τα μεγάλα λόγια, ο μέσος Ιταλός και Γερμανός ζούσε με τον φόβο που εκφραζόταν υποσυνείδητα με πιθανή αποτυχία και καταστροφή. Ο φασισμός ζητούσε από τις μάζες ταυτόχρονα την απόλυτη συναισθηματική υποταγή τους, αλλά και την δραστηριοποίησή τους. Έτσι δημιούργησε παθητικότητα απέναντι στην εξουσία και σε ό,τι εκείνη πίστευε. Αυτό έγινε εμφανές, όταν οι ίδιοι οι ναζιστές δολοφόνησαν την ηγεσία των ταγμάτων εφόδου που τους είχαν φέρει στην εξουσία (νύχτα των μεγάλων μαχαιριών). Σ’ αυτή την ενδοκομματική διαμάχη, τόσο τα μέλη, όσο και ο απλός κόσμος, όλοι έμειναν απαθείς.

Ο S. Freud θεώρησε ότι ο μηχανισμός ταύτισης με τον Führer, είχε φθάσει σε σημείο μαζικής ερωτοπληξίας. Ο Reich διέκρινε τη θεμελιακή συσχέτιση ανάμεσα στην αυταρχική καταπίεση των ορμών και τη φασιστική ιδεολογία. Ανέλυσε τις εξωτερικεύσεις, τη φρασεολογία, τα ηθικά σχήματα και τις ενέργειες του «χιτλερισμού» και ανακάλυψε σ’ αυτά τη μετατόπιση του σεξουαλικού φόβου σε ένα μυστικισμό που διαστρέφει την ικανότητα του ανθρώπου για ελευθερία, σε έναν παράλογο μηχανισμό χρόνιας εξάρτησης.

Το πολιτικό πρόγραμμα του φασισμού ήταν ασαφές, δεν υπήρχε ένα ξεκάθαρο οικονομικό δόγμα. Εμφανής ήταν η συγκεντρωτική και κρατικιστική δομή του. Το σοσιαλιστικό πρόθεμα στην επωνυμία τους δεν σήμαινε ότι είχαν σοσιαλιστικές πρακτικές στην οικονομική πολιτική τους. Καταργώντας το συνδικαλισμό, κατά βάθος τα φασιστικά κόμματα όχι μόνο δεν απείλησαν τον καπιταλισμό, αλλά υπηρέτησαν πιστά τα συμφέροντα του, τσακίζοντας πχ. κάθε μορφή αυτόνομου συνδικαλισμού. Ο ιταλικός φασισμός συμβιβάσθηκε με τον Θρόνο, το Βατικανό και το Κεφάλαιο. Μετά την πτώση του Mussolini και τη δημιουργία της Δημοκρατίας του Salό, ο Φασισμός θυμήθηκε τις σοσιαλιστικές του διακηρύξεις, ήταν όμως πολύ αργά.

ΤΑ ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΚΙΝΗΤΡΑ ΠΟΥ ΑΝΕΔΕΙΞΑΝ ΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ

Ο S. Marks, στο θαυμάσιο βιβλίο του «Γιατί ακολούθησαν τον Χίτλερ;», παρουσιάζει τις θέσεις του για την ψυχολογία του Εθνικοσοσιαλισμού, οι οποίες στηρίχτηκαν στα αποτελέσματα του ερευνητικού προγράμματος «Ιστορία και Μνήμη». Αφε­τηρία του προγράμματος αποτέλεσε το εξής ερώτημα: Ποιο ήταν το κίνητρο και τι ώθησε τους Γερμανούς ώστε να υποστηρίξουν ενεργά τον Χίτλερ και τον Εθνικοσοσιαλισμό; Ποιά ήταν, σύμφωνα με τα λόγια του Theodor Adorno, η «ειδική συνειδησιακή κατάσταση», που επέτρεψε «αυ­τού του είδους τις πράξεις»; Χρησιμοποιώντας την κοινωνιολογία την ψυχανάλυση και την ομαδική ανάλυση κατέληξε στα εξής συμπεράσματα:

1) Η ειδική εθνικοσοσιαλιστική συνειδησιακή κατάσταση μπορεί να περιγραφεί ως παλινδρομική και μαγική. Αυτή η συνείδηση λειτούργησε με ταμπού και κυριαρχούνταν από παραστάσεις, όπως ασυνήθιστη, ιερή, τρομακτική, μαγική (Μάννα), ιδιαίτερη προσωπικότητα (Χάρισμα), θεοποιημένος Φύρερ, σαγηνευτική και μεταδοτική.

2) Η εθνικοσοσιαλιστική συνειδησιακή κατάσταση μπορεί να εκληφθεί και υπό τη μορφή της υπνωτιστικής έκστασης. Αποτέλεσμα ήταν το ενδιαφέρον να επικεντρωθεί, περιοριστεί και προσδεθεί (μέσω της γοητείας) σε ένα άτομο (Αδόλφος Χίτλερ), σε ένα ζήτημα (Γ΄ Ράιχ) με την ταυτόχρονη συσκότιση μεγάλου μέρους της πραγματικότητας. Η δύναμη της ενσυνείδητης κριτικής είχε περιοριστεί, και η αντίληψη της πραγματικότητας λειτουργούσε παραμορφωτικά. Η έννοια της «πίστης» ήταν σημαντικότερη από την έννοια της «γνώσης». Αυτή η κατάσταση οδήγησε στη συνέχεια στην παθητικότητα και στην παλινδρόμηση. Τα κύρια μέσα για την επιβολή της συνειδησιακής αυτής κατάστασης ήταν, εκτός τον άλλων, η ρητορική, οι τελετουργίες και η μουσική.

3) Ο Εθνικοσοσιαλισμός άντλησε την ψυχοκοινωνική δυναμική του, μεταξύ άλλων, από το αίσθημα της ντροπής, καθώς πρόσφερε αμυντικούς μηχανισμούς έναντι αυτής και τη νομιμοποίησε μέσω της εξιδανίκευσης και των μεγάλων μύθων, της υπόσχεσης για την επανάκτηση της γερμανικής τιμής, μέσω μιας κυνικής κοσμοθεωρίας περί της σκληρότητας, της αλαζονείας και της περιφρόνησης, με τις οποίες θα έπρεπε να αντιμετωπιστούν κατηγορίες του πληθυσμού, που σαν άλλα προϊόντα επισημάνθηκαν ως «κακέκτυπα», ντροπιάστηκαν, ταπεινώθηκαν και τελικά κατέστησαν αντικείμενα και εξοντώθηκαν.

4) Ο Εθνικοσοσιαλισμός τροφοδοτήθηκε από τα ναρκισσιστικά ελλείμματα των οπαδών του, τα οποία υποσχέθηκε να ικανοποιήσει. Προσέφερε μια ηρωική κοσμοαντίληψη μέσω των παραστάσεων περί επιλογής των καλύτερων στελεχών και της συγκαταρίθμησης σε μια ελίτ, όπως επίσης και μέσω των ναρκισσιστικών παροχών (τα μέσα εδώ ήταν οι διάφορες τιμητικές διακρίσεις, οι προαγωγές κτλ.). Η ναρκισσιστική επιθυμία χρησιμοποιήθηκε από το εθνικοσοσιαλιστικό σύστημα, στο οποίο το ιδεατό και το ηθικό ταυτίστηκαν με έναν συλλογικό ναρκισσιστικό τρόπο με τον Χίτλερ και το Γ΄ Ράιχ. Η εθνικοσοσιαλιστική κοσμοθεωρία πρόσφερε στους οπαδούς της τη χαμένη ναρκισσιστική φαντασία του αγνού και ειδυλλιακού παραδείσου, της απεραντοσύνης και της απουσίας των απογοητεύσεων.

5) Ο Εθνικοσοσιαλισμός ενισχύθηκε από την άμυνα απέναντι στα τραύματα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι αμυντικοί μηχανισμοί της εικονικής πραγματικότητας, της αναισθησίας, της ηρωοποίησης και της εξιδανίκευσης εντάχθηκαν στη ρητορική τού πολιτικού προγράμματος και κατέστησαν μέρος της πολιτικής. Αυτό επιτεύχθηκε από τη στιγμή που η άμυνα των γεμάτων με τραυματικές εμπειρίες βετεράνων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου μεταβιβάστηκε, μέσω των γενεών, στα παιδιά τους, που είχαν γεννηθεί κατά τη διάρκεια ή μετά από το τέλος του «Μεγάλου Πολέμου». Ο Εθνικοσοσιαλισμός υποσχέθηκε να πραγματώσει τη νομιμοποιημένη αποστολή που ανέλαβαν τα παιδιά, δηλαδή να αποκαταστήσουν την τιμή των ηττημένων πατεράδων τους, με άλλα λόγια να επανακτήσουν την τιμή της πατρίδας.

6) Ο Εθνικοσοσιαλισμός χρησιμοποίησε τη δυναμική τής εξάρτησης που είχε αναπτυχθεί μέσα στη γερμανική κοινωνία μετά από το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι σχέσεις μεταξύ του Εθνικοσοσιαλισμού και των οπαδών του απέκτησαν τον χαρακτήρα της εξάρτησης, όπου ο Αδόλφος Χίτλερ και το Γ΄ Ράιχ κατέστησαν τα εξαρτησιογόνα μέσα για την επίτευξη αυτής της πρόσδεσης. Η εξάρτηση σήμαινε μια ασυνείδητη απαίτηση για μια συγκεκριμένη συνειδησιακή κατάσταση, για τη βίωση συγκεκριμένων συναισθημάτων και εμπειριών, κάτι που το εθνικοσοσιαλιστικό πρόγραμμα κατάφερε να ικανοποιήσει μέσω -μεταξύ άλλων- της εργαλειοποίησης της δυναμικής των μικρών και μεγάλων ομάδων (ομάδες εξάρτησης). Ο τρόπος και η στάση ζωής των οπαδών του Εθνικοσοσιαλισμού καθορίστηκαν στο σύνολό τους από το Γ΄ Ράιχ και τον Φύρερ, με κριτήρια που οδήγησαν στην υποχώρηση του ενδιαφέροντος για την οικογένεια και για τις ηθικές αξίες. Η συγκεκριμένη διαμόρφωση των κανόνων ζωής δεν προϋπέθετε καλύτερη γνώση των πραγμάτων και συνειδητές επιλογές εκ μέρους των οπαδών, αλλά είχε καταστροφικές συνέπειες για την προσωπική υγεία τους και τελικά κόστισε ακόμα και την ίδια τη ζωή τους. Αναλογικά με τη δυναμική της εξάρτησης, η γνωστή ως «ώρα μηδέν» εκλήφθηκε και ως η εκκίνηση της αποτοξίνωσης.

Η ομαδοποίηση των έξι αυτών θέσεων οδηγεί στο ακόλουθο γενικό συμπέρασμα: Ο Εθνικοσοσιαλισμός δεν στόχευσε να πείσει συνειδητά τους ανθρώπους, αλλά να τους προσδέσει στο άρμα του χρησιμοποιώντας το συναίσθημα. Συντηρούνταν και ενδυναμωνόταν μέσα από τις ναρκισσιστικές ανάγκες και την εξάρτηση των οπαδών του, από τα συναισθήματα της ντροπής τους, τα τραύματα του πολέμου, την αναβίωση των εμπειριών και της φαντασίας της βρεφικής ηλικίας τους.

ΟΙ ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΕΓΚΛΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΦΑΣΙΣΜΟΥ

Ο φασισμός δεν έκρυψε ποτέ αυτό που είναι, ένα σαφώς αντιδημοκρατικό, αντιφιλελεύθερο, σκοταδιστικό και ρατσιστικό καθεστώς. Είναι ένα μιλιταριστικό και ανορθολογικό πολιτικό σύστημα με μυστικιστικές δοξασίες και έντονη άσκηση βίας. Το κοινό αίμα και η τιμή ήταν η βιολογική και ηθική σύνδεση των Αρίων. Το άτομο εξαφανίζεται, το κράτος είναι πάνω όλα και όλοι πρέπει να υπακούουν πάντα.

Ο Henry de Jouvenel είπε ότι μια κοινωνία προβάτων θα βγάλει, αναπόφευκτα κάποια στιγμή, μια κυβέρνηση λύκων. Στη ναζιστική Γερμανία υπήρχε μόνο ένας παντοδύναμος αρχηγός και μια ηγετική ομάδα «Ein Volk, Ein Reich, Ein Führer».

Όλοι μας είμαστε ικανοί να ασκήσουμε βία, ειδικά δε στη Γερμανία ο λαϊκισμός και η προπαγάνδα δημιούργησαν ένα συλλογικό υπερεγώ που λειτούργησε σε κάποια άτομα, κυρίως αυτά με καταναγκαστικές, παρανοϊκές και ναρκισσιστικές προσωπικότητες, σαν υποχρέωση και καθήκον που τα οδήγησε σε ακρότητες.

Έτσι χωρίς ενοχή ο Φασίστας επιδιδόταν στη βία. Το κόμμα πρόσφερε στους οπαδούς του όλες τις βιωματικές δυνατότητες, δηλαδή να ζήσουν την αμοραλιστική συγκίνηση, να συμμετά­σχουν σε αντισημιτικά πογκρόμ, να συμπεριφερθούν ως νταήδες, καταδότες, σαδιστές, βασανιστές ή ως κατά συρροήν δολοφόνοι. Το σύνθημα έξω από τη Γερμανία οι ξένοι, συνοδευόταν και από την ανάγκη για ζωτικό χώρο (lebensraum), που σήμαινε ότι η Γερμανία έπρεπε να επεκταθεί σε όλους τους ανατολικούς γείτονες τους, γιατί ήταν υπάνθρωποι και δεν τους άξιζε να ζουν. Το παρανοϊκό με αυτή τη θεωρία ήταν ότι η προπαγάνδα ερχόταν να μετατρέψει σε αληθοφανή τον κάθε πιθανό κίνδυνο. Σε μια εναλλαγή ρόλων, δραστών – θυτών, δεν είμαστε εμείς οι ένοχοι, οι άλλοι είναι που μας βλάπτουν γι’ αυτό και τους εξοντώνουμε. Έτσι φαίνεται καθαρά πως το συλλογικό υπερεγώ με τη ναρκισσιστική συμπαιγνία μετέτρεπε τον άνθρωπο σε δολοφόνο. Οι πρώην στρατιώτες της Wehrmacht, μετά τον πόλεμο ξαφνιάστηκαν όταν τους είπαν δολοφόνους, ανέφεραν ότι τα έκαναν όλα για την πατρίδα και ότι εκτελούσαν διαταγές και δεν είχαν καθόλου ενοχές, ελάχιστοι είχαν ψυχικά ερωτήματα.

Μέσα σε ένα πολιτικό κλίμα, που υμνείται ο πόλεμος και χωρίζει τους ανθρώπους σε ράτσες, είναι φυσικό να γεννηθούν δολοφόνοι. Ο Δ. Γληνός στο έργο του «Η τριλογία του πολέμου» κρίνοντας σαν παράλογα και δολοφονικά τα χαρακτηριστικά τού ρατσισμού, αλλά και τη θεωρεία του πολέμου αναφέρει: οι φασίστες θεωρούν τον πόλεμο ως κάτι απαραίτητο στη ζωή, σαν ένα νόμο της ζωής και μάλιστα ένα νόμο που εξυπηρετεί τη ζωή, την ανεβάζει σε ανώτερα επίπεδα και κάνει τον άνθρωπο, τα έθνη, τους πολιτισμούς καλύτερους.

Ο πόλεμος όμως είναι μια απέραντη αλληλοσφαγή χωρίς τέλος, ένας κατακλυσμός φωτιάς, μια εξόντωση εκατομμυρίων ζωντανών και νέων ανθρώπων, μια κόλαση, όπου οι φασίστες πιστεύουν πως στο τέλος θα μείνουν οι λίγοι φασίστες -υπεράνθρωποι πάνω στα ερείπια των πολιτισμών. Όμως και έτσι να είναι, ο νόμος της ζούγκλας θα κυριαρχήσει για να επιζήσουνε μόνο τα σαρκοβόρα θεριά, οι τίγρεις, οι ύαινες, που μην έχοντας πια τίποτα να φάνε, στο τέλος θα φάνε τον ίδιο τον εαυτό τους. Ισχύει και το αντίθετο, αν δηλαδή στον πόλεμο χαθούν όλοι οι ήρωες και εκλεκτοί που θα πολεμήσουν στην πρώτη γραμμή, μετά το πόλεμο θα επιβιώσουν μόνο οι αδύναμοι, δηλαδή τα πρόβατα.

Μα δεν είναι μόνο τούτη η άποψη, άποψη του ολέθρου, που δείχνει την «ηρωική» θεωρία του πολέμου λανθασμένη. Τη δείχνει λανθασμένη και αυτή η ιστορία της ανθρωπότητας. Γιατί ο άνθρωπος σα ζώο κοινωνικό μάχεται με το λογικό του για να κυριαρχήσει απάνω στα ένστικτά του, να τα ρυθμίσει, να τα θέσει σε λειτουργία με τέτοιο τρόπο, όπου να εξυπηρετούν και να ανεβάζουν τη ζωή χωρίς να την εκμηδενίζουν.

Η ρατσιστική θεωρία δεν είναι μόνο ανήθικη αλλά και αντιεπιστημονική. Ο χριστιανισμός (και πριν απ’ αυτόν η στωική φιλοσοφία) αρνείται τη φυσική διαφοροποίηση των ανθρώπων. Βασική αρχή του χριστιανισμού είναι πως όλοι οι άνθρωποι είναι παιδιά του Θεού και αδέρφια συναμεταξύ τους και πως δεν υπάρχει λεύτερος και δούλος, έλληνας και βάρβαρος, παρά όλοι είναι το ίδιο μπροστά στο Θεό.

Ο ρατσισμός ή φυλετισμός είναι το αποκορύφωμα του εθνικισμού και συνάμα η κατάλυσή του. Γιατί οι φασίστες δεν θεωρούν κάθε «έθνος» υπέρτατη αξία, σεβαστή με δικαίωμα στην ανεξαρτησία και την αυτοδιάθεση. Αυτά τα δικαιώματα τα έχουνε μόνο τα έθνη, που ανήκουνε στις καθαρόαιμες ράτσες, δηλαδή οι «βόρειοι», οι καθαρόαιμοι Γερμανοί και οι Άριοι στην Ευρώπη και το ίδιο οι καθαρόαιμοι «κίτρινοι», οι Ιάπωνες στην Ανατολή, οι άλλοι θα πρέπει να εξαφανιστούν. Όλα αυτά είναι εντελώς παράλογα.

Ο ναζισμός κράτησε 12 χρόνια ικανά όμως να προκαλέσουν ένα παγκόσμιο πόλεμο με 60.000.000 νεκρούς. Τη Γερμανία, την πατρίδα μουσουργών, όπως ο Beethoven, ο Bach, ο Brahms, ο Mendelssohn, ο Kurt Weill αργότερα, ζωγράφων όπως ο Max Ernst, ο Paul Klee, ο Holbein, φιλοσόφων, λογοτεχνών και ποιητών, όπως ο Goethe, ο Schiller, ο Brecht, ο ναζισμός την κατάντησε ένα λαό γενοκτόνων, μιας αφάνταστης γενοκτονίας που όμοιας της δεν γνώρισε ποτέ η ιστορία. Ένας λαός που έκλεισε τα μάτια του όταν κατασκευάζονταν τα πρώτα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην ίδια την Γερμανία, στο Ζάξενχαουζεν, στο Νταχάου, στο Μπούχενβαλντ κ.α.

Η τραγωδία είναι αφάνταστη, οι δολοφόνοι δεν ήταν μόνο τα Ες-Ες, η Γκεστάπο και τα Άιτσανγρούπεν, ήταν άνθρωποι από κάθε κοινωνική τάξη κάθε μορφωτικού επιπέδου και κάθε δόγματος, απλοί άνθρωποι κάθε ηλικίας, που μετά τον πόλεμο, όσοι δεν καταδικάστηκαν, γύρισαν στο σπίτι τους, στην οικογένειά τους και συνέχισαν τις δουλειές τους σαν εργάτες, κουρείς, φουρνάρηδες κτλ., ως σαν να μην συνέβη τίποτε.

Όπως είπε και ο Πρίμο Λεβί «πολλοί μπορούν να προκαλέσουν συμφορές, ωστόσο λίγοι είναι εκείνοι που μπορούν να γίνουν πραγματικά επικίνδυνοι, οι πιο επικίνδυνοι είναι οι πλέον φυσιολογικοί».  Είναι τρομερό να βλέπεις τις φωτογραφίες από τα δύο άλμπουμ του Άουσβιτς που σώθηκαν. Όχι τόσο στο πρώτο που δείχνει τα θύματα να οδηγούνται στο κρεματόριο αυτό είναι γνωστό, αλλά στο δεύτερο που δείχνει τους θύτες σε στιγμές χαλάρωσης, που είναι τόσο χαρούμενοι και φυσιολογικοί, όπως όλοι οι  καθημερινοί άνθρωποι που τείνεις να τους συμπαθήσεις, γνωρίζοντας όμως ότι εκτέλεσαν το μεγαλύτερο έγκλημα της ιστορίας σε τρομάζει γιατί σου μοιάζουν τόσο. Δεν θέλεις να δεχθείς ότι είναι άνθρωποι σαν και εσένα. Δεν υπάρχει ένα ψυχικό ανάχωμα που θα προστατέψει και θα σε διαφοροποιήσει από το να μην γίνεις σαν και αυτούς αν βρισκόσουν στις ίδιες συνθήκες. Είναι σαν γροθιά στο στομάχι που χρειάζεται να έχεις άφθονη ψυχική δύναμη για να το αντέξεις, για να πεις εγώ δεν είμαι έτσι. Μόνο η γνώση και η πίστη σε ό,τι πιο ωραίο υπάρχει που είναι η αγάπη σε προστατεύει από την ενοχή. Αν δεν αισθανθούμε οργή και λύπη γι’ αυτό που έγινε κάτι βαθιά ανθρώπινο έχει πεθάνει μέσα μας.

Το Άουσβιτς θα υπάρχει να στοιχειώνει τον ανθρωπισμό μας, επειδή το Ολοκαύτωμα είναι το αδιανόητο. Μπορεί κανείς να το αρνηθεί επειδή είναι αδύνατο να το συλλάβει. Μπορεί να έγιναν πολλές γενοκτονίες στην ιστορία, μπορεί ο Stalin να εξαφάνισε περισσότερους, αλλά το Ολοκαύτωμα είναι κάτι το διαφορετικό, όχι μόνο στον αριθμό, αλλά στο ρατσισμό και τη μέθοδο.

Ο φιλόσοφος Theodor Adorno έγραψε ότι «μετά το Άουσβιτς, το να γράψεις ποίηση είναι βαρβαρότητα».  Ο κορυφαίος Γερμανός φιλόσοφος Juergen Habermas έγραψε για τη Γενοκτονία: «το Άουσβιτς κατέστρεψε το βαθύτερο υπόστρωμα της σύμπνοιας ανάμεσα σε όλα τα όντα που φοράνε ένα ανθρώπινο πρόσωπο … Το Άουσβιτς άλλαξε τα θεμέλια για την συνέχιση των όρων της ζωής μέσα στην ιστορία».

Αλλά το ίδιο το Άουσβιτς γέννησε ένα από τα πιο δυνατά, τα πιο συγκλονιστικά ποιήματα που γράφτηκαν ποτέ. «Φούγκα Θανάτου» (Todesfuge). Το ποίημα αυτό διδάσκεται εδώ και πολλά χρόνια σε όλα τα σχολεία της Γερμανίας. Σε ελεύθερη μετάφραση στον τελευταίο στίχο λέει:

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα
Σε πίνουμε το μεσημέρι ο θάνατος είναι ένας Μάστορας από την Γερμανία
Σε πίνουμε βράδυ και πρωί πίνουμε πίνουμε
ο θάνατος είναι ένας Μάστορας από την Γερμανία το μάτι του είναι γαλανό
σε πετυχαίνει με μολυβένια σφαίρα σε πετυχαίνει με ακρίβεια
Ένας άνδρας κατοικεί στο σπίτι το χρυσό σου μαλλί Μαργαρίτα
Αμολάει τα σκυλιά επάνω μας και μας χαρίζει τάφο στον αιθέρα
Παίζει με φίδια και ονειρεύεται ο θάνατος είναι ένας Μάστορας από την Γερμανία

Ο φασισμός είναι ένα παράλογο και εγκληματικό σύστημα διακυβέρνησης, το απέδειξε η ίδια η ιστορία. Εκατομμύρια ζωές χάθηκαν για να μπει το τέρας του φασισμού στο κλουβί του. Σήμερα η ανεξέλεγκτη οικονομική κρίση έφθασε τους Έλληνες σε απόγνωση. Η μεγάλη κρίση του πολιτικού συστήματος και η ατιμωρησία  ήταν αυτά που άνοιξαν την πόρτα που αναπήδησε πάλι έξω ο φασισμός και έρχεται να γίνει τιμητής της Δημοκρατίας, έστω αυτής της κακής Δημοκρατίας μας.

Ο S. Freud επεσήμανε το γεγονός ότι οι ασυνείδητες συγκινήσεις δεν χάνονται, αλλά επαναλαμβάνονται. Όταν δημιουργούνται οικονομικές και κοινωνικοπολιτικές συνθήκες όπως στη Γερμανία, τότε κάποιος νέος Führer γεννιέται και αυτό είναι ιστορική νομοτέλεια.Δεν φθάνει να λέμε ποτέ πια φασισμός, αλλά ας κοιτάξουμε να ξαναφτιάξουμε μία ευνομούμενη πολιτεία. Ας κάνουμε πιο δίκαια τα βάρη της οικονομικής κρίσης. Ας παρέμβουμε πιο αποφασιστικά σε θέματα ασφάλειας, χωρίς όμως να καλλιεργούμε το μίσος και την ξενοφοβία. Έτσι πολεμιέται ο φασισμός. Διαφορετικά είμαστε όλοι συνένοχοι στην επανεμφάνισή του.

Αφιερώνεται:

Σε όλα τα παιδιά που σκοτώθηκαν στα βουνά της Αλβανίας πολεμώντας το φασισμό.