Ετικέτες

, , , , ,

μάθε παιδί μου γράμματα

ΚΑΛΟΙ ΚΑΙ ΚΑΚΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ

 Μάθηση είναι μια ενδογενής ανάγκη του ανθρώπου που τον βοηθά να προσαρμοστεί στο περιβάλλον, να αποκτήσει γνώσεις και ικανότητες που θα τον βοηθήσουν να αποφύγει τα λάθη και να επιτύχει καλύτερα τους στόχους του. Η μάθηση είναι διαδικασία πολυσήμαντη που προκαλεί μόνιμες αλλαγές στην συμπεριφορά συνεχίζεται μέχρι το τέλος της ζωής και εξαρτάται από πολλούς παράγοντες που έχουν σχέση με τον τρόπο αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον. Οι διάφορες θεωρίες μάθησης (εξαρτημένη αντανακλαστική μάθηση – Pavlov, συντελεστική μάθηση – Skinner, γνωστικές θεωρίες μάθησης και η θεωρία επεξεργασίας πληροφοριών) με τη σειρά τους δημιούργησαν αντίστοιχες διδακτικές μεθόδους.

Ο ρόλος του σχολείου σήμερα είναι κυρίαρχος στην εκπαίδευση και τη διαμόρφωση προσωπικοτήτων. Όμως είναι και θέμα προβληματισμού, τι συμβαίνει και γιατί το σημερινό σχολείο δεν αρέσει στους μαθητές. Γιατί πολλοί γονείς δεν το εμπιστεύονται και οι καθηγητές δεν εμπνέονται πια απ’ αυτό. Ένα σχολείο μπορεί να είναι φωτοδότης ή το αντίθετο. Όταν το σχολείο εγκλωβίζεται στα εκπαιδευτικά ωρολόγια προγράμματα και δίνει βάρος κυρίως στους γνωστικούς του στόχους με υπερβολική συσσώρευση γνώσεων άχρηστων εν πολλοίς, τότε αυτό το σχολείο αποκλίνει από το βασικό του ρόλο που είναι η διάπλαση παιδιών, δηλαδή το ψυχικό φορτίο αρχών, αξιών και στόχων που έχει ανάγκη ένας νέος σήμερα.

Το σχολείο οφείλει να δίνει τη δυνατότητα στους νέους να οραματίζονται ένα καλύτερο αύριο. Το ιδανικό σχολείο είναι αυτό που είναι μαθητοκεντρικό και ομαδοκεντρικό, που η γνώση θα αποκτάται μέσα από τον προβληματισμό και την κατανόηση, την ενεργό συμμετοχή των μαθητών με τη μέθοδο της έρευνας, τη διαρκή επικοινωνία μαθητών – καθηγητών, τη συμμετοχή τού σχολείου στην κοινωνία-κοινότητα και τη συμμετοχή της κοινωνίας στο σχολείο.

Η κοινωνικοποίηση του παιδιού και η απόκτηση κοινωνικών δεξιοτήτων αρχίζουν και από το σχολείο. Στόχος του σχολείου είναι να μπορούν οι σημερινοί μαθητές να γίνουν αύριο ικανοί για μια αυτόνομη ζωή, να μπορούν να επικοινωνούν, να συνεργάζονται και να διαθέτουν κριτική σκέψη σαν ενεργοί πολίτες ικανοί να αντιμετωπίσουν τα πραγματικά προβλήματα της καθημερινής ζωής.

Ένας πολίτης που έχει μάθει να σκέφτεται περισσότερο το εμείς από το εγώ, λειτουργεί καλύτερα σε μια κοινωνία υπερπληροφόρησης και ειδίκευσης, όπου ο ένας έχει μεγαλύτερη ανάγκη τον άλλο, όπου η συνεργασία είναι ο καλύτερος τρόπος επιτυχίας.

 ΣΧΟΛΙΚΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ – ΑΠΟΤΥΧΙΑ

Το σχολείο βέβαια δεν είναι ο μόνος φορέας της μάθησης και η σχολική επίδοση είναι μια σύνθετη και πολυ-προσδιοριζόμενη έννοια (Walberg & Tsai, 1983). Αυτό που χαρακτηρίζουμε επιτυχία ή αποτυχία στο σχολείο είναι εν πολλοίς αυθαίρετο και είναι αποτέλεσμα του ορισμού και του τρόπου αξιολόγησης από το εκπαιδευτικό σύστημα και τον εκπαιδευτικό που βαθμολογεί τον κάθε μαθητή. Η εκπαιδευτική πραγματικότητα έχει αποδείξει πως σχολικά επιτυχημένοι μαθητές θεωρούνται αυτοί που μπορούν να αποστηθίζουν τις γνώσεις που περιέχουν τα σχολικά εγχειρίδια και που αναπτύσσουν συμπεριφορές συμβατές με αυτό που επιθυμεί η αστική κοινωνία, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι κλίσεις και τα ενδιαφέροντά τους (Κάτσικας & Καββαδίας, 2000· Τζάνη, 1983).

Αν άλλαζαν τα κριτήρια αυτά, θα προέκυπτε διαφορετική εκτίμηση της επιτυχίας και της αποτυχίας. Τα πρότυπα που χρησιμοποιούνται από το σχολείο αντιστοιχούν στα πολιτιστικά πρότυπα της επικρατούσας τάξης. Όμως παρά αυτή την αμφισημία της έννοιας σχολική επιτυχία – σχολική αποτυχία, η καταπολέμηση της σχολικής αποτυχίας απαιτεί ολοκληρωμένη κοινωνική πολιτική, όχι μόνο στο επίπεδο του σχολείου, δεν είναι μόνο ένα εκπαιδευτικό πρόβλημα, αλλά και ένα κοινωνικό ζήτημα, το οποίο έχει συνδεθεί με διάφορους παράγοντες (χαμηλά κοινωνικοοικονομικά επίπεδα, δομή και λειτουργία του εκπαιδευτικού συστήματος, εγκαθιδρυμένα στερεότυπα διδασκόντων, οικογένεια, κ.λπ.), που πολλές φορές οδηγεί στην περιθωριοποίηση και τον κοινωνικό αποκλεισμό και αποτελεί μια ένδειξη για την καταπάτηση των βασικών δικαιωμάτων του ατόμου και ένα εμπόδιο για την κοινωνική συνοχή (Ευστ. Παπάνης, Παν. Γιαβρίμης).

Τη σχολική αποτυχία συνοδεύουν συχνά η παιδική παραβατικότητα, η βία και γενικότερα ζητήματα που προβληματίζουν το σχολικό βίο. Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα χαρακτηρίζεται από τα εξής : α) είναι ιδιαίτερα συγκεντρωτικό, β) δεν παρέχει επαρκή εκπαίδευση για θέματα ψυχικής υγείας του παιδιού στο εκπαιδευτικό προσωπικό, γ) οι εκπαιδευτικοί έχουν λιγοστές ευκαιρίες για επιμόρφωση, δ) δεν υπάρχει σχολική ψυχολογική υπηρεσία για την αντιμετώπιση των δυσκολιών των παιδιών και του ευρύτερου σχολικού συστήματος και ε) το σχολικό πρόγραμμα αφήνει ελάχιστα περιθώρια για αθλητικές ή άλλες εξωσχολικές δραστηριότητες των παιδιών (Τσιάντης, Μαρντικιάν-Γαζέριαν, Σιπητάνου & Τατά-Σταμπουλοπούλου, 1982).

Παρωχημένα στερεότυπα δημιουργούν προκαταλήψεις και απόγνωση μαθητών, δασκάλων και γονέων. Αυτό που συχνά λέμε είναι ότι ο έξυπνος μαθητής είναι και καλός μαθητής. Ισχύει όμως αυτό; Η θεωρία της κληρονομούμενης ευφυΐας του παιδιού που επικράτησε τον προηγούμενο αιώνα σαν βασικό προσόν της σχολικής επιτυχίας, σήμερα είναι πια είναι παρωχημένη. Το νοητικό πηλίκο στα τεστ ευφυΐας, εκτός των ψυχοπαθολογικών περιπτώσεων, δεν αρκεί για να δώσει ολοκληρωμένες απαντήσεις της μαθητικής απόδοσης. Οι βαθμοί εκφράζουν μόνο συγκεκριμένες γνώσεις και από μόνοι τους δεν καθορίζουν τη σχολική αποτυχία. Αποφεύγοντας τις αρνητικά φορτισμένες λέξεις «σχολική αποτυχία» θα λέγαμε καλύτερα μειωμένη σχολική λειτουργικότητα, δηλαδή ένα σύνολο παραμέτρων που λαμβάνει υπόψη τη συνολική λειτουργία τής προσωπικότητας των μαθητών και της ταύτισης με το ρόλο τους. Το γιατί ένας μαθητής αποδίδει καλύτερα από ένα άλλο είναι φυσικό. Δεν μπορεί να είμαστε όλοι ίδιοι, ούτε στις ικανότητες, ούτε στις ελλείψεις.

Το στερεότυπο του καλού – χαρούμενου μαθητή και του δυστυχισμένου – κακού μαθητή δεν ισχύει. Υπάρχουν πολλοί καλοί μαθητές με σοβαρά ψυχικά προβλήματα και μέτριοι μαθητές με αρκετά ισορροπημένο ψυχισμό. Πολλοί είναι οι καλοί μαθητές που έχουν υψηλά ποσοστά επιτυχίας στα ανώτερα πνευματικά ιδρύματα, αλλά αποτυγχάνουν αργότερα στον προσωπικό και επαγγελματικό τομέα. Άρα ο καλός μαθητής δεν είναι αυτόματα και ευτυχισμένος μαθητής. Άλλοι πάλι που ήταν μέτριοι ή κακοί στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ξαφνικά στο πανεπιστήμιο έγιναν άριστοι και αργότερα διέπρεψαν. Είναι γνωστό ότι ο Αϊνστάιν αποφοίτησε από τη σχολή του το 1901 με το δεύτερο χειρότερο βαθμό ανάμεσα στο σύνολο των συμφοιτητών του.

Τι σημαίνει λοιπόν «επιτυχημένος» μαθητής; Αν το εξετάσουμε από μία άλλη πλευρά, εκτιμώντας κυρίως τη λειτουργικότητα ενός μαθητή, δηλαδή την ικανοποίηση που νιώθει σε σχέση με το ρόλο του, τότε η βαθμολόγηση θα είναι πιο έγκυρη και αντικειμενική. Επιτυχημένος είναι εκείνος ο οποίος έχει επίγνωση των δυνατοτήτων του, εκείνος που έχει καλή κοινωνική ενσωμάτωση και αντίληψη των αναγκών των συνανθρώπων του, εκείνος που έχει το αίσθημα αυτονομίας σε συνδυασμό ικανότητας – συναισθηματικών σχέσεων, έχει αυτοεκτίμηση αλλά και αντέχει την αποτυχία, εκείνος που μπορεί να οραματίζεται και να προσπαθεί.

Αυτά είναι τα βασικά εφόδια επιτυχίας ανεξάρτητα από πανεπιστημιακούς ή άλλους τίτλους. Άλλωστε σήμερα και αυτοί δεν είναι εγγύηση επαγγελματικής ή οικονομικής επιτυχίας. Η αντίληψη των βαθύτερων ψυχολογικών αιτίων που προκαλούν τις αντιδράσεις κάθε μαθητή, εντός και εκτός σχολείου, μας βοηθά να βάλουμε τον πραγματικό «βαθμό προσωπικής αξίας» κάθε ατόμου. Και είναι αυτός που θα είναι τον συνοδεύει αύριο, διότι δεν θα είναι μόνο καλός μαθητής, αλλά και ψυχικά υγιής άνθρωπος.